γονεύω

γον-εύω,
A produce,

καρπούς Thphr. CP1.14.1

;

ἀὴρ [σκώληκας] γονεύων Id.HP8.10.5

; of animals, Plu. 2.980d:—[voice] Pass., ib.981d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γονεύω — (AM γονεύω) [γονεύς] 1. γεννώ παιδιά 2. (για φυτά) καρποφορώ νεοελλ. 1. (για πουλερικά) κλωσσάω 2. (για φυτά) βγάζω βλαστούς …   Dictionary of Greek

  • γονεύσει — γονεύω produce aor subj act 3rd sg (epic) γονεύω produce fut ind mid 2nd sg γονεύω produce fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονεύει — γονεύω produce pres ind mp 2nd sg γονεύω produce pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονεύειν — γονεύω produce pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονεύεται — γονεύω produce pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονεύοντος — γονεύω produce pres part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονεύων — γονεύω produce pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επωάζω — επώασα, επωάστηκα, επωασμένος, μτβ. και αμτβ. 1. (για πουλιά), κάθομαι πάνω στα αβγά και τα ζεσταίνω για εκκόλαψη, κλωσώ, γονεύω. 2. το παθ., επωάζομαι εκκολάπτομαι: Τα αβγά των κροκοδείλων επωάζονται από μόνα τους. 3. μτφ., εξυφαίνω στα κρυφά,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προγονεῦσαι — πρό γονάω pres part act fem nom/voc pl (epic doric ionic) πρό γονεύω produce aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.